TAYTOTHTA - Τρίτη, 21 Απριλίου 2026 |  

Μ.Η.Τ. 232309



26820 89250
topfonip@otenet.gr

Καθημερινή Ανεξάρτητη
Εφημερίδα της Πρέβεζας

11-03-2021 09:11:58

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΕΚΟΥ / Γράφει ο Μιχάλης Λουκάς

       Ο Γεωργάκης  Ολύμπιος γεννήθηκε στο Βλαχολίβαδο (σημερινή ονομασία Λιβάδι Ολύμπου) της Λάρισας το 1772. Η προτομή του υπάρχει στο ύψος της οδού Ανδρούτσου στο Κουκάκι. Ήταν συγγενής των Λαζαίων, φημισμένων αρματολών του Ολύμπου, από τους οποίους κληρονόμησε το αρματολίκι του Ολύμπου. Με άλλους αρματολούς έτρεξε με το ξέσπασμα της Σερβικής Επαναστάσεως το 1804, προς βοήθεια του Σέρβου αρματολού Βέλκου Πέτροβιτς. Την περίοδο αυτή αλληλογραφούσε με τον ηγεμόνα της  Βλαχίας Κων/νο Υψηλάντη, παρακαλώντας τον να οργανώσει στην ηγεμονία του παρόμοιο κίνημα με το Σερβικό. Μετά της αποτυχία της σερβικής εξέγερσης συνεργάστηκε με τον Κων/νο Υψηλάντη για την δημιουργία στρατιωτικού σώματος από Έλληνες και Παραδουνάβιους. Το 1806 με 1.300 άνδρες αγωνίστηκε στο πλευρό του Ρώσου αρχιστράτηγου Κουτούζωφ (νικητή του Ναπολέοντα), όπου, λόγω των ικανοτήτων του, έφθασε στον βαθμό του ταγματάρχη. Επανήλθε ακολούθως στην Σερβία και έμεινε κοντά στον Σέρβο επαναστάτη-ηγέτη Καραγιώργη Πέτροβιτς [γνωστός στην χώρα μας ως Καραγιώργης (της) Σερβίας] ως το 1812.  Το 1817 στο Ιάσιο μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία, στην οποία μύησε και τον τοπικό αρχηγό Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου.

       Το 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων στην Μολδοβλαχία. Το έγγραφο διορισμού του, που το παρέδωσε ο Εμμ. Ξάνθος, έγραφε: « . . . Διορίζω δια του παρόντος μου Αρχιστράτηγον του δουναβικού στρατεύματος τον κ. Γεώργιον Ολυμπίτην, γνωρίσας αυτόν ενάρετον, πρόθυμον και άξιον να το διοική και να το διευθύνη κατά την περίστασιν . . .». Και η απάντηση: « . . . Τώρα δεν μένει άλλο να σας ειπώ παρά να σας διαβεβαιώσω και εγγράφως την γνώμη μου, ότι οπόταν κριθή αρμόδιος ο καιρός να μας δοθή η αποφασιστική σας προσταγή, υπόσχομαι να την εξακολουθήσω με την υστερική ρανίδα του αίματός μου, χωρίς ποτέ να με δειλιάση καμιά ανθρώπινος περίστασις».

       Τον Ιανουάριο το 1821, με εντολή του Αλ. Υψηλάντη, ο Ολύμπιος και άλλοι Έλληνες του Βουκουρεστίου παρακίνησαν σε επανάσταση τον ντόπιο οπλαρχηγό Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου. Η επανάσταση κηρύχθηκε στις 17/1 με την στήριξη της Φιλικής Εταιρείας. Στις 23/2 ο Αλ. Υψηλάντης, που είχε εισέλθει στην Μολδαβία, κήρυξε την επανάσταση στην Μολδοβλαχία. Στην μοιραία μάχη του Δραγατσανίου (6-7/6/21), ο Ολύμπιος με κίνδυνο της ζωής του κατόρθωσε να περισώσει την Σημαία και τα λείψανα του Ιερού Λόχου. Μετά την καταστροφή, ο Ολύμπιος συνόδευσε τον Αλ. Υψηλάντη μέχρι τα αυστριακά σύνορα τα οποία  ο Υψηλάντης πέρασε  στις 8/6/21. 

       Εν συνεχεία ο Ολύμπιος με τους άνδρες του κινήθηκε προς το Μοναστήρι Κούρτε ντε Άρτζεσι, όπου είχε ταμπουρωθεί ο Ιωάννης Φαρμάκης. Οι δύο οπλαρχηγοί, αποφάσισαν να κατευθυνθούν προς την Βεσσαραβία και από εκεί προς την Ελλάδα. [Ο Ιωάννης Φαρμάκης γεννήθηκε στο Μπλάτσι της Δυτικής Μακεδονίας το 1752, που η σημερινή του ονομασία είναι «Βλάστη». Ανέπτυξε πλούσια δράση ως αρχηγός ενός σώματος κλεφτών. Συμμετείχε στα Ορλωφικά και εν συνεχεία συνέδρασε στην Μακεδονία με τον Παπα-θύμιο Βλαχάβα. Κινδυνεύοντας να συλληφθεί κατέφυγε στην Οδησσό και από εκεί στην Μόσχα, όπου μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του (ήταν 71 ετών) εντάχθηκε, όπως και ο Ολύμπιος, υπό την σημαία του Αλ. Υψηλάντη].

            Το Σώμα του Ολυμπίου, που συνενώθηκε με εκείνο του Ιωάννη Φαρμάκη , συνολικά 800 ιππείς, άρχισε την επίπονη μετακίνηση. Στο      τέλος Αυγούστου, ο Ολύμπιος αποφάσισε να κατέβουν στα πεδινά, με συνέπεια να τον εγκαταλείψουν πολλοί σύντροφοί του, που προέρχονταν από γειτονικά μέρη, κυριευμένοι από τον φόβο και την απελπισία. Ταυτόχρονα εξέδωσε προκήρυξη, που βρίσκεται στα αυστριακά αρχεία: «Ανδρείοι Έλληνες! Όλοι μας υποκύψαμε σε μια τρομερή μοίρα. Από τους ομόδοξους γείτονές μας εκείνοι που μας υποσχέθηκαν βοήθεια μας εγκατέλειψαν και άλλοι με συκοφαντίες εχαρακτήρισαν σαν έγκλημα τους αιματηρούς μας αγώνες για την θρησκεία μας και την ύπαρξή μας. Ψηλά το κεφάλι αδέλφια. Δείξτε πως είσθε αντάξιοι των προγόνων σας. Εσώσαμεν εν τούτοις την τιμήν μας. Η Ευρώπη εγνώρισε τους γυιούς της Ελλάδος. Η βοήθεια που υποσχέθηκε η Ρωσία έρχεται πολύ αργά για μας. Ας πεθάνωμε κοιτάζοντας άφοβα τον θάνατο στα μάτια. Ζήτω η θρησκεία και η ελευθερία της Ελλάδος! Θάνατος στους βαρβάρους».

       Οι απομείναντες 350 πολεμιστές έφτασαν στην Μονή Νάμτσου και από εκεί, όταν πληροφορήθηκαν ότι πλησίαζαν μεγάλες δυνάμεις του τουρκικού στρατού υπό τον Σελήχ πασά, στην Μονή Σέκου (στις 8 Σεπτεμβρίου), που απέχει 24 ώρες από το Ιάσιο και βρίσκεται σε στενή κοιλάδα περιτριγυρισμένη από δασωμένα βουνά. Αρχικά οι επαναστάτες σχεδίαζαν να αμυνθούν, στην είσοδο της στενής κοιλάδας, χωρίς να γνωρίζουν ότι στα γύρω βουνά υπάρχουν μονοπάτια που οδηγούν στο εσωτερικό της κοιλάδας. Στις 6 Σεπτεμβρίου ο Φαρμάκης απέκρουσε τουρκικό σώμα 600 Τούρκων στην είσοδο της κοιλάδας. Σύμφωνα με τον Αυστριακό διπλωματικό υπάλληλο Βολφ, που ακολουθούσε τον τουρκικό στρατό, «αυτή η ληστοσυμμορία, παρά την υπεροχή μας, είχε την τόλμη να μας αντιμετωπίσει και υπεδέχθει την εμπροσθοφυλακή με τόσα σφοδρά πυρά, ώστε πολύ γρήγορα έπεσαν θύματα περίπου 200 Τούρκοι».                     

Στις 8/9 το κύριο τουρκικό σώμα, αποτελούμενο από 4.000 στρατιώτες, άρχισε να κατεβαίνει προς την Μονή, μέσω μονοπατιών , έχοντας ντόπιους οδηγούς. Το βράδυ της 8/9 ο Φαρμάκης με τους άνδρες του, που είχαν αποκοπεί, καθώς φρουρούσαν την είσοδο της κοιλάδας, πέτυχαν να μπουν στην Μονή.  Ο Ολύμπιος τοποθέτησε τους άνδρες του στις επάλξεις της Μονής και στο κωδωνοστάσιο, απ’ όπου μπορούσαν να πυροβολούν με ευκολία τους Τούρκους, ενώ ο Φαρμάκης υπεράσπιζε τις υπόλοιπες θέσεις. Από την 9η Σεπτεμβρίου άρχισε η πλήρης πολιορκία της Μονής από τους Τούρκους με την υποστήριξη και ενός κανονιού.

 Όπως έγραψε ο Τόμας Γκόρντον (1788-1841), Βρετανός συνταγματάρχης και περιηγητής, ο Ολύμπιος, αναλογιζόμενος την απελπιστική τους κατάσταση, σε μήνυμά του προς τους συντρόφους του ανέφερε: «Αδελφοί, εν τη κρισίμω ταύτη περιστάσει μόνον ένδοξον θάνατον πρέπει να ευχόμεθα . . . ελεύσεται πιθανώς ημέρα, καθ’ ην η πατρίς θέλει συλλέξει τα οστά μας και θέλει μεταφέρει αυτά προς ενταφιασμόν εις την κλασικήν γην των προγόνων μας».  Κατά τον Μαξίμ Ρεμπώ (1795-1894), Γάλλο φιλέλληνα, συνταγματάρχη και συγγραφέα, ο Αυστριακός πρόξενος του Ιασίου προσέφερε στον Ολύμπιο την βοήθεια του για να διαφύγει σε ρωσικό έδαφος, αλλά αυτός απάντησε: «Πήρα τα όπλα για να χύσω το αίμα των εχθρών της πατρίδας και όχι για να σώσω τον εαυτό μου. Η ευκαιρία είναι πολύ ευνοϊκή για να τη χάσω».

       Η μάχη ήταν σκληρή. Κάποια στιγμή, φωτιά ξέσπασε στο κωδωνοστάσιο στο οποίο είχαν  καταφύγει ο Ολύμπιος με 7 ή 11 συντρόφους του, με συνέπεια ο Ολύμπιος να κινδυνεύει να αιχμαλωτιστεί κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ενώπιον της καταστάσεως αυτής, ο Ολύμπιος κάλεσε τους συντρόφους του και τους είπε: «Εγώ θα μείνω εδώ και θα καώ, αν θέλετε εσείς βγείτε, σας ανοίγω ο ίδιος την πόρτα». Κανείς δεν έφυγε. Τότε ο Ολύμπιος πυροβόλησε ένα βαρέλι με πυρίτιδα και ανατίναξε το κωδωνοστάσιο παίρνοντας μαζί τους στον θάνατο και αρκετούς Τούρκους.

       Στους άλλους χώρους της Μονής, ο Φαρμάκης αμυνόταν λυσσωδώς, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους Τούρκους, οι οποίοι ενισχύθηκαν και με άλλες δυνάμεις και 4 κανόνια. Όμως τα πυρομαχικά και τα τρόφιμα εξαντλήθηκαν. Ο Φαρμάκης, πειθόμενος από τις εγγυήσεις του Βολφ, ότι οι Τούρκοι θα τους σεβαστούν και θα τους αφήσουν να φύγουν από την αυτοκρατορία, παραδόθηκε με τους συντρόφους του στους Τούρκους στις 23 Σεπτεμβρίου, εκτός από 33  συντρόφους του που διέφυγαν την νύχτα.  Όμως όλοι οι στρατιώτες του εσφάγησαν. Οι αξιωματικοί του αποκεφαλίστηκαν έπειτα από βασανιστήρια, αφού μεταφέρθηκαν στην Σιλίστρια (πόλη-λιμάνι στην βορειοανατολική Βουλγαρία). Την ίδια τύχη είχε και ο Φαρμάκης που μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

       Η Μάχη του Σέκου στην δημοτική ποίηση:                                                           «Πέντε πασάδες κίνησαν από την Ιμπραΐλα,                                                                  στράτευμα φέρνουν περισσό, πεζούρα και καβάλα,                                               σέρνουν και τόπια δώδεκα και βόλια χωρίς μέτρο.                                                         Έρχεται κι’ ο Τσοπάνογλους από το Βουκουρέστι                                                              έχει ανδρείο στράτευμα, όλο Γιανιτσαραίους,                                                                  στα δόντια σέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια.                                                     Τότ’ ο Γιωργάκης φώναξε ν’ από το μοναστήρι:                                                                                —  Πού είστε παλικάρια μου, λεβέντες μ’ ανδρειωμένοι;                                            γλήγορα ζώστε τα σπαθιά, πάρετε τα τουφέκια,                                                                 πιάστε τον τόπο δυνατά, πιάστε τα μετερίζια,                                                                            ότι Τουρκιά μας πλάκωσε και θέλει να μας φάη.                                                                     Δίχως ψωμί, δίχως νερό, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,                                                         βαριά βαρούσαν τον εχθρό κάτου στο Κομπουλάκι.                                                      Τούρκων κεφάλια έκοψαν κοντά τρεις χιλιάδες.                                                                   Και ο Φαρμάκης φώναξεν από το Μοναστήρι:                                                                Αφήστε τα τουφέκια σας, σύρετε τα σπαθιά σας,                                                        γιουρούσι απάνω κάμετε, στον Άη Λιαν εβγήτε.                                                                       Οι Τούρκοι το εχάρηκαν, τρέχουν στο μοναστήρι.                                                                   Τότ’ ο Φαρμάκης, ζωντανός, φώναξ’ από του Σέκου:                                                             Που είσαι Γιώργο μ’, αδερφέ και πρώτε καπετάνιε;                                                      Τουρκιά πολλή μας πλάκωσε και θέλει να μας φάη.                                                           Ρίχνει τα τόπια σα βροχή, τα βόλια σα χαλάζι.                                                                             Ο Γιώργης τότ’ είχε χαθή, και πλέον δεν τον είδαν . . .».







ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ περισσότερα



ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ