Μ.Η.Τ. 232309

03-03-2021 09:22:24
Μετά την υπογραφή της συνθήκης Σουλιωτών και Αλή πασά, ο πανούργος Αλή, παρασπονδώντας διέταξε να κυκλωθούν τα μέρη απ’ όπου θα περνούσαν οι σουλιώτικες οικογένειες, να αιχμαλωτιστούν και να μεταφερθούν στα Γιάννινα. Η πρώτη πιο πολυάριθμη ομάδα, αποτελούμενη από περίπου 2.000 Σουλιώτες υπό τον Φώτο Τζαβέλα και τους επικεφαλής των φαρών, έφθασε, πολεμώντας σκληρά, στην υπό ρωσικό έλεγχο Πάργα και από εκεί πέρασε στην Κέρκυρα. Δύο ομάδες, με επικεφαλής τους Κίτσο Μπότσαρη και Νίκο Κουτσονίκα κινήθηκαν προς το Ζάλογγο, όπου έφθασαν έπειτα από 8ωρη κοπιαστική πορεία, βρίσκοντας καταφύγιο στην Ιερά Μονή του Ταξιάρχη Μιχαήλ. Ένα τμήμα είχε σκοπό να εγκατασταθεί στην Λάμαρη και το άλλο, το πιο πολυάριθμο, να προχωρήσει στο Βουργαρέλι των Αγράφων, όπου από το 1800 είχε εγκατασταθεί η οικογένεια των Μποτσαραίων, όταν ο Γιώργης Μπότσαρης, πατέρας του Κίτσου, εγκατέλειψε το Σούλι, παίρνοντας ως αντάλλαγμα το αρματολίκι των Τζουμέρκων.
Οι σουλιώτικες οικογένειες, που βρισκόταν στο Ζάλογγο, πολύ γρήγορα αντιμετώπισαν την βαρβαρότητα των Τουρκαλβανών. Με εντολή του Αλή πασά ξεκίνησαν από το Παλαιορόφορο Πρεβέζης (σημερινός Ορωπός) για το Ζάλογγο ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, που χωρίστηκαν σε δύο τμήματα. Ένα τμήμα αποτελούμενο από 1.000 άνδρες υπό την ηγεσία του Αλβανού Μπεκίρ Τζογαδούρου κατέλαβε τα σημεία ΒΑ του Ζαλόγγου, απ’ όπου θα μπορούσαν να διαφύγουν οι Σουλιώτες και το άλλο, αποτελούμενο επίσης από 1.000 άνδρες, κατευθύνθηκε με επικεφαλής τον Βελή πασά στο χωριό Καμαρίνα στους πρόποδες του Ζαλόγγου.
Στις 16/12/2003 οι Τουρκαλβανοί κάλεσαν τους Σουλιώτες να παραδώσουν τα όπλα τους και αυτοί, γνωρίζοντας τι τους περιμένει, αρνήθηκαν. Ακολούθησαν σκληρές μάχες στις 16 και 17/12. Στις 18/12/2003 παραδόθηκαν ο Κουτσονίκας και οι συντροφοί του, ενώ ο Κίτσος Μπότσαρης με 160 παλληκάρια, επιχειρώντας ηρωική έξοδο, διέσπασε τον κλοιό των Τουρκαλβανών και κατευθύνθηκε στο Βουργαρέλι. Λίγο πριν οι Τουρκαλβανοί, μπουν στην Μονή, όπου αιχμαλώτισαν ή σκότωσαν όσους Σουλιώτες παρέμειναν, 56 γυναίκες με τα παιδιά τους ανέβηκαν στο Στεφάνι, την ψηλότερη κορυφή του Ζαλόγγου. Εκεί αποφάσισαν, καταφρονώντας τον θάνατο, να πέσουν στο γκρεμό, προκειμένου να αποφύγουν την ατίμωση και την σκλαβιά. Αφού έριξαν πρώτα τα παιδιά τους στο βάραθρο, εν συνεχεία σχημάτισαν χορό, με χαρακτηριστικό του τον αποχωρισμό από τις άλλες γυναίκες του χορού, καθεμιάς Σουλιώτισσας που έφθανε στο χείλος του γκρεμού, πέφτοντας στο βάραθρο. Η παράδοση λέει ότι οι Σουλιώτισσες, κατά τον νεκρώσιμο χορό τους, τραγουδούσαν τον «Χορό του Ζαλόγγου»:
ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΖΑΛΟΓΓΟΥ — Έχε γεια καημένε κόσμε, έχε γεια γλυκιά ζωή και σύ δύστυχη πατρίδα, έχε γειά παντοτινή. — Έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι βουνά ραχούλες, έχετε γεια βρυσούλες και σεις Σουλιωτοπούλες. — Οι Σουλιώτισσες δε μάθαν για να ζούνε μοναχά, ξέρουνε και να πεθαίνουν να μη στέργουν στη σκλαβιά. — Σαν να παν σε πανηγύρια μ’ ανθισμένη Πασχαλιά, μες στον Άδη κατεβαίνουν, με τραγούδια με χαρά. — Στη στεριά δε ζει το ψάρι, ούτε ανθός στην αμμουδιά και οι Σουλιώτισσες δε ζούνε δίχως την ελευθεριά.
Σε ανάμνηση της αυτοθυσίας των Σουλιωτισσών ανηγέρθη το «Μνημείο του Ζαλόγγου» ύψους 15 μέτρων και μήκους 18, αποτελούμενο από έξι γυναικείες αφαιρετικές μορφές. Τα αποκαλυπτήριά του έγιναν στις 10/6/1961 από την βασίλισσα Φρειδερίκη. Την γενική εποπτεία του έργου είχαν ο Γεώργιος Ζογγολόπουλος (γλύπτης) και Πάτροκλος Καραντινός (αρχιτέκτων). Την Επιτροπή Ανεγέρσεως του έργου αποτελούσαν: Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Στυλιανός ως πρόεδρος και μέλη ο δ/ντής Προεδρίας της κυβέρνησης Ι. Μπέτος, ο Πρεβεζάνος στρατηγός Θ. Τσακαλώτος, οι νομάρχες Πρεβέζης Ι. Χασαπόπουλος και Γ. Μαρκόπουλος , ο νομάρχης Ιωαννίνων Κ. Καλογερόπουλος, ο δ/της της VIII Μεραρχίας Γ. Καραγιάννης και ο δικηγόρος Α. Λιόντος.
Θα αναφέρω τις αναφορές - μαρτυρίες μερικών επιφανών ατόμων για το Ολοκαύτωμα του Ζαλόγγου, όταν οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές: — Γιάκομπ Μπαρτόλντι: Περιηγητής και διπλωμάτης. Στο βιβλίο του «Αποσπάσματα για καλλίτερη γνωριμία της σημερινής Ελλάδος», που κυκλοφόρησε 2 χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, αναφέρει: «Τριάντα εννέα γυναίκες γκρεμίστηκαν από τα βράχια με τα παιδιά τους που μερικά ακόμη βύζαιναν». — Χριστόφορος Περραιβός. Έλληνας στρατιωτικός, πολιτικός, αγωνιστής του ’21, στιχουργός και συγγραφέας. Στο βιβλίο του «Ιστορία Σουλίου και Πάργας», που κυκλοφόρησε 12 χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, έγραψε: «Αι γυναίκες δε κατά την δευτέραν ημέραν βλέπουσαι ταύτην την κτηνώδη περίστασιν, εσυνάχθησαν έως εξήκοντα, επάνω εις έναν πετρώδη κρημνόν. Εκεί εσυμβουλεύθηκαν και απεφάσισαν ότι καλύτερα να ριφθούν κάτω από τον κρεμνόν δια να αποθάνουν, πάρες να παραδοθούν δια σκλάβες εις χείρας των Τούρκων. Όθεν αρπάξασαι με τας ιδίας των χείρας τα άκακα και τρυφερά βρέφη, τα έρριπτον κάτω εις τον κρημνόν. Έπειτα αι μητέρες πιάνοντας η μια με την άλλη τα χέρια τους, άρχισαν και εχόρευαν, χορεύουσαι δε επηδούσαν ευχαρίστως μιαν κατόπιν της άλλης από τον κρημνόν». — Διονύσιος Σολωμός (1798-1857). Στην «Ωδή στον Βύρωνα» (1824), 21 χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, έγραψε: «Ταις εμάζωξε στο μέρος Του Ζαλόγγου το ακρινό Της Ελευθερίας ο έρως Και ταις έμπνευσε χορό. - - - - - - - - - - Τα φορέματα σφυρίζαν Και τα ξέπλεκα μαλλιά Κάθε γύρω που γυρίζαν Κι από πάνω έλειπε μια. - - - - - - - - - - » — Φρανσουά Πουκεβίλ (1770-1838). Γάλλος ιατρός, περιηγητής, διπλωμάτης, ιστορικός συγγραφέας και ακαδημαϊκός. Στο βιβλίο του «Ταξίδι εις την Ελλάδα», που κυκλοφόρησε 17 χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, έγραψε:. «Ηρωικό θάρρος εξήντα γυναικών που κινδύνευαν να παραδοθούν στην σκλαβιά των Τούρκων. Ρίχνουν τα παιδιά τους πάνω στους πολιορκητές σαν να ήταν πέτρες, έπειτα πιάνοντας το τραγούδι του θανάτου και κρατώντας η μια το χέρι της άλλης, ρίχθηκαν στο βάθος της αβύσσου, όπου τα κομματιασμένα πτώματα των παιδιών τους δεν άφησαν μερικές να συναντήσουν το χάρο, όπως θα ήθελαν». — Κλώντ Φωριέλ (1772-1844). Γάλλος ακαδημαϊκός, ιστορικός και κριτικός. Στον Τόμο Α’ του βιβλίου του «Δημοτικά Τραγούδια της Νεώτερης Ελλάδος», που κυκλοφόρησε 21 χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, έγραψε: « . . . Η απελπισμένη συζήτηση στάθηκε σύντομη, και η απόφαση που ακολούθησε ήταν ομόγνωμη. Οι περισσότερες απ’ αυτές τις γυναίκες ήταν μητέρες αρκετά νέες, και είχαν μαζί τα παιδιά τους, άλλες στο βυζί ή στην αγκαλιά, άλλες τα κρατούσαν στο χέρι. Η κάθε μια πήρε το δικό της, το φίλησε για τελευταία φορά και το έριξε ή το έσπρωξε γυρνώντας αλλού το βλέμμα. Όταν δεν είχαν πια παιδιά να γκρεμίσουν, πιάστηκαν από τα χέρια και άρχισαν ένα χορό, γύρω-γύρω, όσο πιο κοντά γινόταν στην άκρη του γκρεμού και η πρώτη απ’ αυτές, αφού χόρεψε μια βόλτα φτάνει στην άκρη, ρίχνεται και κυλιέται από βράχο σε βράχο ως κάτω στο φοβερό βάραθρο. Ωστόσο ο κύκλος ή ο χορός συνεχίζει να γυρνάει και σε κάθε βόλτα μια χορεύτρια αποκόβεται με τον ίδιο τρόπο ως την εξηκοστή». — Ουίλιαμ Ληκ (1777-1860). Βρετανός στρατιωτικός, εκπρόσωπος των άγγλων στην Αυλή του Αλή πασά, διπλωμάτης και συγγραφέας. Στο βιβλίο του «Ταξίδια στην Βόρεια Ελλάδα», αναφέρεται στην απόφαση των Σουλιωτισσών να πέσουν στον γκρεμό παρά να πέσουν ζωντανές στα χέρια των Αλβανών. Αναφέρεται, επίσης, ότι οι μητέρες έριχναν τα παιδιά τους στον γκρεμό προτού εκείνες κάνουν το μοιραίο πήδημα. Στο βιβλίο γίνεται σαφής λόγος για αυτοκτονία και βρεφοκτονία. — Ιμπραήμ Μαντζούρ. Γάλλος αξιωματικός του μηχανικού στις υπηρεσίες του Αλή πασά. Στο βιβλίο «Απομνημονεύματα από την Ελλάδα και την Αλβανία στα Χρόνια Διακυβέρνησης του Αλή πασά», που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1828, διασώζεται η μαρτυρία του Αλβανού αξιωματικού του Αλή πασά Σουλεϊμάν αγά, αυτόπτη μάρτυρα του ιστορικού γεγονότος στο Ζάλογγο. Αναφέρει ο Σουλεϊμάν αγά: «Εκατό γυναίκες και παιδιά βρέθηκαν αποκομμένες από τους δικούς τους και ψηλά από ένα βράχο στον οποίο είχαν προσφύγει έγιναν μάρτυρες της φρικτής μοίρας των συντρόφων τους . . . αλλά μια ξαφνική απόφαση τους υποσχέθηκε μια βοήθεια ενάντια στην ατίμωση και την ντροπή των βασάνων. Πιάνονται από τα χέρια και στο πλάτωμα του βράχου αρχίζουν ένα χορό, του οποίου ένας ανήκουστος ηρωισμός ενέπνεε τα βήματα, και του οποίου η άγνοια του θανάτου επέσπευδε την πτώση. Πατριωτικά τραγούδια τον συνόδευαν, οι μελωδίες τους έφταναν στα αυτιά των Μωαμεθανών και χωρίς αμφιβολία τα ουράνια. Στην τελευταία στροφή του τραγουδιού τους, οι εκατό γυναίκες έβγαλαν μια διαπεραστική κι παρατεταμένη κραυγή, ο ηχός της οποίας έφτασε στο βάθος του φοβερού γκρεμού, εκεί που τα βήματα οδήγησαν αυτές και όλα τα παιδιά». — Τζορτζ Φίνλεϊ (1799-1875). Βρετανός ιστορικός και φιλέλληνας. Τον Νοέμβριο του 1823 έφθασε στην Κεφαλονιά, όπου τον υποδέχθηκε ο Λόρδος Βύρων. Στο βιβλίο του «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», με πρώτο μεταφραστή στην Ελληνική τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, έγραψε: «Είκοσι άνδρες σκοτωθήκανε αμυνόμενοι και 6 άνδρες και 22 γυναίκες πηδήσανε σ’ ένα γκρεμό πίσω από το χωριό για να μην πέσουν στα χέρια των απανθρώπων διωκτών τους. Οι Αλβανοί στρατιώτες γυρίζοντας στα Γιάννενα, διηγήθηκαν ότι είδαν αρκετές γυναίκες να ρίχνουνε τα παιδιά τους από το βράχο». — Παναγιώτης Αραβαντινός (1811-1870). Λόγιος ιστοριοδίφης και συγγραφέας. Στο βιβλίο του «Ιστορία του Αλή πασά του Τεπελενλή», έγραψε: «Εισβαλόντων δε των Αλβανών εις την μονήν του Ζαλόγγου αι μεν εν αυτή γυναίκες και τα παιδία ηχμαλωτίσθησαν, αι δε επί των βράχων καταφύγουσαι, βλέπουσαι τον απειλούντα αυτάς κίνδυνον εκ της προσεγγίσεως του εχθρού, προείλοντο της ατιμίας και της δουλείας τον θάνατον και συγκρατούμεναι εκ των χειρών εν χορώ έπεσον η μια μετά την άλλην εις το χαίνον υπό τας πόδας αυτών βάραθρον, αφού κατεκρήμνισαν πρώτον εν αυτώ τα ίδια τέκνα, όσα έφερον εν ταις αγκάλαις». — Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815-1891). Στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», αναφέρει: « . . . και τότε αι μεν γυναίκες αφού προετίμησαν να σφενδονήσωσιν εις την άβυσσον τα τέκνα ίνα μη ίδωσιν αυτά περιπίπτοντα εις χείρας των πολεμίων, έπειτα απεφάσισαν να ακολουθήσουν τα φίλτατα εκείνα όντα, ουχί εν κλαυθμοίς και οδυρμοίς αλλά εν χοροίς και άσμασι . . .». — Αχμέτ Μουφίτ μπέης (1876-1927). Μεγάλος εγγονός και βιογράφος του Αλή πασά. Στο βιβλίο του «Αλή Πασάς Τεπελενλής (1744-1822)», έγραψε: «Χίλιοι περίπου Σουλιώτες κατευθύνθηκαν προς το Ζάλογγο που απείχε οκτώ ώρες από το Σούλι. Εκεί ο Μπεκίρ αγάς επιτέθηκε εναντίον τους και τους περικύκλωσε. Περίπου εξήντα γυναίκες, που βρίσκονταν σ’ ένα λόφο, όταν είδαν την καταστροφή των αντρών τους, για να μην πέσουν ζωντανές στα χέρια των Τούρκων (επρόκειτο περί Αλβανών) αποφάσισαν ν’ αυτοκτονήσουν. Κρατώντας τα μωρά τους στην αγκαλιά, έπεσαν με εξαιρετικό θάρρος στο γκρεμό».
Αυτές, μεταξύ πολλών άλλων, είναι οι μαρτυρίες ανθρώπων, χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες και ιδεοληψίες και το κυριότερο όταν τα γεγονότα ήταν ακόμη νωπά. Πολύ σημαντική είναι και η προαναφερθείσα μαρτυρία του αξιωματικού του Αλή πασά Σουλεϊμάν αγά, μαρτυρία ενός αντιπάλου, αυτόπτη μάρτυρα του ιστορικού γεγονότος του Ζαλόγγου και επομένως αδιαμφισβήτητη.
Οι απόψεις ενός ιστορικού, που σέβεται τον εαυτό του και την επιστήμη του, για ένα ιστορικό γεγονός, δεν εκφράζονται με βάση τις ιδεοληψίες του αλλά με βάση την εξαντλητική ανάλυση των πηγών. Στην σημερινή Ελλάδα μερικοί «ιστορικοί» αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα 200 χρόνια πριν, χωρίς ουδεμία επιφυλακτικότητα και σεβασμό προς την ιστορική αλήθεια. Είναι οι οπαδοί της «αποδομητικής ιστορίας», που κατεδαφίζει την δημιουργία του χθες εν ονόματι μιας νεφελώδους «αναθεωρητικής ιστορίας». Με την αποσιώπηση είτε ανομημάτων είτε κατορθωμάτων, θολώνουν την αλήθεια και βλάπτουν την πατρίδα, συνθλίβοντας πρόσωπα και πράξεις κάτω από την καλύπτρα μιας μονόπλευρης έρευνας, επιχειρώντας να δώσουν στα γεγονότα του παρελθόντος ερμηνείες, που προσαρμόζονται στις αμφισβητήσιμες πολιτικές επιδιώξεις του παρόντος. Θεωρώ ότι η πιο κατάλληλη λέξη δεν είναι «αποδόμηση» αλλά «αλλοίωση» της ιστορίας. Έτσι, θεωρούν τους Σουλιώτες πρωτόγονες φάρες αλβανικής καταγωγής και γλώσσας, χωρίς εθνική συνείδηση. Η αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ στο «Κούγκι» δεν έγινε ποτέ, η Δέσπω δεν ανατινάχθηκε στον Πύργο του Δημουλά και ο «Χορός του Ζαλόγγου» αποτελεί εθνικιστικό μύθο. Οι Σουλιώτισσες έπεσαν στο βάραθρο σπρωγμένες από τους Σουλιώτες, λόγω συνωστισμού. Συνωστισμός στο Ζάλογγο, συνωστισμός και στην προκυμαία της Σμύρνης, σχολιάζει ο Γ. Καραμπελιάς.
Π.χ. η διαβόητη κ. Ρεπούση αμφισβήτησε την «Γενοκτονία των Ποντίων», οι νεκροί Έλληνες στην προκυμαία της Σμύρνης οφείλονται σε . . . συνωστισμό, το ιστορικό γεγονός του Ζαλόγγου το χαρακτηρίζει «εθνικό μύθο», που χρειάζεται για εθνικοαπελευθερωτικούς λόγους! κ.ά. — Η κ. Βάσω Ψιμούλη, στο βιβλίο της «Σούλι και Σουλιώτες» (1998), έγραψε: « . . . Στην διάρκεια της διεξαγόμενης μάχης σε στενωπούς και μονοπάτια του όρους, μέρος των γυναικών κατακρημνίσθηκε είτε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές, είτε με απόφαση των γυναικών να προτιμήσουν τον εκούσιο θάνατο (αποφεύγεται η λέξη «ατίμωση») παρά μια οδυνηρή αιματοχυσία και αιχμαλωσία». — Ο κ. Αλέξης Πολίτης, σε ανακοίνωσή του σε συνέδριο το 2005 με τίτλο «Μύθοι και ιδεολογήματα στην σύγχρονη Ελλάδα», αναφέρει: «Ο χορός του Ζαλόγγου αποτελεί μαζί με τις μυθοποιημένες εκδοχές των αρματολών και των αλλεπάλληλων εξεγέρσεων κατά των Οθωμανών, το συμπληρωματικό ταίρι του κρυφού σχολείου. Αν το κρυφό σχολείο αποτελεί μια κατασκευή εκ του μηδενός ο πυρήνας των γεγονότων του Ζαλόγγου υπήρξε. Οι υπερασπιστές του Σουλίου, όπως και οι γυναίκες που αυτοκτόνησαν ήταν Αρβανίτες, δηλαδή Αλβανοί. Άλλωστε αυτοκτονίες απελπισμένων, ακόμα και ομαδικές, δεν είναι κάτι το πρωτόγνωρο στην ανθρώπινη ιστορία».
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για την συγγραφή του «Ολοκαυτώματος του Ζαλόγγου» άντλησα πλήθος πολυτίμων στοιχείων από τα πλήρως τεκμηριωμένα ιστορικά άρθρα του Πρεβεζάνου μελετητή θεμάτων και γεγονότων της σύγχρονης Ιστορίας μας κ. Λαζάρου Συνεσίου, που δημοσιεύθηκαν στη εφημερίδα «ΤΟΠΙΚΗ ΦΩΝΗ».
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ περισσότερα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ