Μ.Η.Τ. 232309

12-03-2021 09:55:13
Η Χίος ήταν το πλουσιότερο μέρος του ελληνικού κόσμου και οι κάτοικοί του, περισσότεροι από 120.000, απολάμβαναν σημαντικών προνομίων, λόγω της παραγωγής της μαστίχας. Μάλιστα τα «Μαστιχοχώρια» ήταν υπό την προστασία της αδελφής του Σουλτάνου, της Εσμέ. Οι Χιώτες ήταν ένας φιλήσυχος λαός που διέθετε πατριωτικό, αλλά όχι επαναστατικό πνεύμα. Τα πλοία των επαναστατημένων νησιών, καίτοι προσπάθησαν να μεταφέρουν στην Χίο το μήνυμα της Επαναστάσεως, δεν βρήκαν ανταπόκριση.
Μια από τις πρώτες επαναστατημένες συνειδήσεις ήταν ο Αντώνης Μπουρνιάς (γεν. 1788), που υπήρξε αξιωματικός του γαλλικού στρατού και είχε επηρεασθεί από το επαναστατικό πνεύμα της Ναπολεόντειας εποχής. Ο Μπουρνιάς απευθύνθηκε στον Δημήτριο Υψηλάντη ζητώντας την συνδρομή του. Όμως η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη, όχι μόνο γιατί η κεντρική κυβέρνηση δεν είχε την δυνατότητα να στείλει βοήθεια και μάλιστα στην αρχή του αγώνα, αλλά κυρίως επειδή η Χίος δεν μπορούσε να αναπτύξει δικό της στρατό. Παρ’ όλα αυτά ο Μπουρνιάς έσπευσε στην επαναστατημένη Σάμο, όπου ζήτησε βοήθεια από τον Λυκούργο Λογοθέτη (1772-1850). Τελικά, παρ’ όλες τις φρόνιμες συμβουλές, ο Μπουρνιάς αποφάσισε να κάνει επανάσταση με 200 άνδρες συν τους άνδρες του Λογοθέτη. Αλλά και να ήθελαν να δράσουν κάποιοι Χιώτες επαναστάτες αυτό ήταν αδύνατο μετά την τοποθέτηση ως διοικητή του νησιού του Βαχίτ πασά. Ο τελευταίος εξόπλισε τους λίγους Τούρκους του νησιού, μετέφερε όλους τους αμάχους μουσουλμάνους στο κάστρο και ενισχύθηκε με Τούρκους στρατιώτες που μεταφέρθηκαν από την Ασία. Ταυτόχρονα φρόντισε για την ενίσχυση των οχυρώσεων με μια σειρά αμυντικών έργων.
Στις 9/3/1822, 2.500 Σάμιοι, με επικεφαλής τον Λογοθέτη, αποβιβάστηκαν κοντά στην πόλη της Χίου. Πρώτος βγήκε ο Μπουρνιάς με τους Χιώτες, που τον είχαν ακολουθήσει στην Σάμο. Πολύ σύντομα άρχισαν να καταφθάνουν αγρότες που έφεραν αντί όπλων αγροτικά εργαλεία. Ο Μπουρνιάς επιτέθηκε κατά της τουρκικής φρουράς που κλείστηκε στο κάστρο. Ο Βαχίτ αντεπιτέθηκε με χίλιους άνδρες, αλλά αποκρούστηκε και όλα έδειχναν ότι η επανάσταση θα επικρατούσε στην Χίο. Όμως οι Σάμιοι έπρεπε να συντηρηθούν και αυτό επιβάρυνε τα χωριά, κάτι που οι πρόκριτοι εκμεταλλεύθηκαν, λέγοντας ότι οι Σάμιοι προβαίνουν σε λεηλασία του αγροτικού πληθυσμού. Μοιραία επήλθε ρήξη στις σχέσεις μεταξύ Μπουρνιά και Λογοθέτη, που εξελίχθηκε σε τοπικιστική διάσταση Χιώτες-Σάμιοι. Τους δεύτερους, που πήγαν ως απελευθερωτές, τους αντιμετώπιζαν με δυσπιστία σαν κατακτητές. Με την διχόνοια αυτή λησμονήθηκε ο εχθρός, δηλαδή οι Τούρκοι και ο Βαχίτ πασάς.
Μεγάλη Πέμπτη (30/3/1822), εμφανίσθηκε η τουρκική αρμάδα από την μεριά των Οινουσών. Έξι πλοία γραμμής-«ντελίνια», 10 φρεγάτες, 18 κορβέτες και αρκετά μπρίκια, με 7.000 Τούρκους στρατιώτες. Η παρουσία του ενεθάρρυνε τους κλεισμένους στον κάστρο Τούρκους, που άνοιξαν τις πύλες και όρμησαν εναντίον των δυνάμεων των Λογοθέτη-Μπουρνιά. Ταυτόχρονα έγινε και η απόβαση των Τούρκων στρατιωτών. Επί δύο ημέρες οι Έλληνες πολέμησαν πεισματικά αλλά γρήγορα ξέμειναν από πυρομαχικά. Αναγκάσθηκαν έτσι να προσφύγουν στα βουνά και από εκεί είτε μεμονωμένα είτε σε ομάδες κατέβαιναν στις ακτές, όπου τους παρελάμβαναν ψαριανά καράβια. Με τον τρόπο αυτόν μεταφέρθηκαν στα Ψαρά και οι Λογοθέτης-Μπουρνιάς.
Στην Χίο επικράτησε χάος. Χωρίς αντίσταση οι Τούρκοι προχώρησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και σφαγές αμάχου πληθυσμού. Στην χώρα της Χίου σφαγιάσθηκαν 10.000 άνθρωποι. Τα κουφάρια τα έριχναν στην θάλασσα, γεμίζοντας το λιμάνι. Οι ναύτες των τουρκικών πλοίων έσπρωχναν με τα κουπιά τα τουμπανιασμένα κορμιά για να περάσουν οι βάρκες. Ο ιστορικός Πουκεβίλ εξιστορεί ότι επί ημέρες τα πτώματα έγιναν πένθιμη συνοδεία στα πλοία που πήγαιναν από την Χίο στην Μικρά Ασία. Επειδή οι αγρότες κατέφυγαν στα βουνά, κρυπτόμενοι σε σπηλιές, ο Βαχίτ με προκηρύξεις ανακοίνωσε ότι προσφέρει αμνηστία, εξαπατώντας τους, προκειμένου να γυρίσουν στα χωριά τους. Τότε έγινε η μεγάλη σφαγή, γνωστή ως «Καταστροφή της Χίου». Στην Μονή του Αγίου Μηνά, που βρίσκεται έξω από την πόλη της Χίου, είχαν καταφύγει χιλιάδες άμαχοι, πιστεύοντας ότι οι Τούρκοι θα σεβαστούν τον χώρο. Μετά την εξόντωση των λίγων μαχητών ακολούθησε σφαγή 2.500- 3.000 αμάχων και εμπρησμός. Οι σφαγές κράτησαν ένα 15ήμερο. Όσοι πρόκριτοι είχαν συλληφθεί, μαζί και ο μητροπολίτης Πλάτων, οδηγήθηκαν στην πλατεία του Βουνακίου και απαγχονίστηκαν.
Πανικόβλητος ο πληθυσμός έτρεχε προς κάθε κατεύθυνση, σε κατάσταση αλλοφροσύνης, για να σωθεί. Πολλοί διέφυγαν (περίπου 20.000) στα Ψαρά, στις Κυκλάδες και στην Πελοπόννησο. Μέσα σε δύο ημέρες η πόλη της Χίου είχε πυρποληθεί και ο πληθυσμός της είχε εξοντωθεί. Οι Τούρκοι σκότωσαν όλα τα παιδιά μικρότερα των 3 ετών, όλους τους άρρενες άνω των 12 και όλες τις γυναίκες άνω των 40, με εξαίρεση όσους ήταν πρόθυμοι να ασπασθούν το Ισλάμ. Όλοι οι υπόλοιποι, εκτός των αγοριών 3-12 ετών και των γυναικών 3-40 που πουλήθηκαν σε παζάρια από δουλεμπόρους στην Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη, σφαγιάσθηκαν ανελέητα.
Στην καταστροφή και στις λεηλασίες συμμετείχαν και άτακτοι Τούρκοι που είχαν συγκεντρωθεί στην ακτή του Τσεσμέ με κάθε λογής πλεούμενα, με σκοπό τα λάφυρα, την λεία και την επικερδέστατη επιχείρηση της αγοράς και μεταπώλησης δούλων. Οι εκτελέσεις επεκτάθηκαν και στους Χιώτες εμπόρους που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, οι περιουσίες τους δημεύθηκαν και τα μέλη των οικογενειών τους πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα. Στην «Journal du Commerce» δημοσιεύθηκε κατάλογος 207 Χιωτών εμπόρων που εκτελέσθηκαν.
Ο Βαχίτ πασάς σε έκθεση-αναφορά του στην Κωνσταντινούπολη ανέφερε κομπαστικά: «Κεφάλια ιερέων, προεστών και ανταρτών 1.109, τελειωθέντες εν στόματι μαχαίρας, ηλικιωμένους και ηλικιωμένες γραίες 25.000 . . . οι δε ωραίες κόρες των και οι τρυφεροί νεανίσκοι των (συνολικά 5.000) αιχμαλωτίστηκαν». Μαζί απέστειλε και 5 φορτία με κομμένα κεφάλια και δύο με κομμένα αφτιά. Τα αφτιά τα έκοβαν από τα κεφάλια και τα τοποθετούσαν σε βαρέλια, διατηρημένα σε άλμη, και τα έστελναν στον Σουλτάνο ως απόδειξη υποταγής ή ως δελτία επιτυχίας. Το βιβλίο της Ένωσης Μαστιχοπαραγωγών κάνει λόγο για 33.000 αιχμαλώτους και 33.000 σφαγιασθέντες. Ας σημειωθεί ότι στην αρχή γλύτωσαν από την σφαγή οι κάτοικοι των Μαστιχοχωρίων. Όταν όμως ο Κανάρης (1793-1877) ανατίναξε την τουρκική ναυαρχίδα στις 5-6/6/1822, οι Τούρκοι έπεσαν πάνω στα χωριά τους και τα αφάνισαν. Όπως έγραψε ο Κορδάτος (1891-1961): «Έκαψαν, άρπαξαν, έσφαξαν και σκλάβωσαν γυναίκες, νέους, κορίτσια».
‘Ηταν άτυχη η χώρα μας να εγκατασταθεί στα ανατολικά μας σύνορα αυτός ο πλέον βάρβαρος λαός από τα βάθη της Ασίας. Η αγριότητά του καταφαίνεται και από το γεγονός ότι μετέφεραν στα σκλαβοπάζαρα, σαν εμπορεύματα προς πώληση, νεαρά αγόρια και κορίτσια. Έγραψε ο Ολλανδός διπλωμάτης στην Κωνσταντινούπολη Gaspar Testa προς τον υπουργό του των Εξωτερικών: «Το πιο σπαρακτικό θέαμα είναι τα σκλαβωμένα γυναικόπαιδα που έφεραν από τη Χίο . . . Αγόρια και κορίτσια σέρνονται στους δρόμους δεμένα το ένα με το άλλο και οδηγούνται στα σκλαβοπάζαρα. Κοπέλες κρατούσαν στο χέρι ένα χαρτί με το όνομα των Τούρκων κυρίων τους που έμειναν στη Χίο». Ο Άγγλος πρόξενος στην Σμύρνη Francis Werry έγραψε σε αναφορά του προς τη «Levant Company»: «Στο δρόμο των Φράγκων οδηγούνται πάνω-κάτω κοπάδια από παιδιά της Χίου για πούλημα». Στον «Courrier Francais», της 10/7/1822, αναφέρεται ότι οι φανατικοί μουσουλμάνοι αγοράζουν το θύμα τους για 30 γρόσια, το οποίο εν συνεχεία σφάζουν αμέσως για να κερδίσουν μια θέση στον παράδεισο, όπως υπόσχεται το Κοράνι για κάθε πιστό που θα έχει φονεύσει έναν άπιστο. Στην «Allgemeine Zeitung» δημοσιεύθηκε ότι παιδιά μικρότερα των 7 ετών, που δεν ήταν κατάλληλα για το εμπόριο, τα έριχναν δεμένα στην θάλασσα. Ο ιερέας της αγγλικής πρεσβείας R. Walsh ανέφερε ότι από την 1/5/1822 εκδόθηκαν 41.000 «τεσκερέδες» (έγγραφα ιδιοκτησίας δούλων), ενώ η γαλλόφωνη εφημερίδα της Σμύρνης «Spectateur Oriental» ανέφερε ότι έως την 10/5/1822 στο τελωνείο Σμύρνης είχαν καταβληθεί δασμοί για 40.000 σκλάβους. Τα παιδιά τα οδηγούσαν κατά ομάδες για εξισλαμισμό. Ο προαναφερθείς Άγγλος κληρικός έγραψε: «Μέσα σε μια ημέρα έγιναν περισσότερο προσηλυτισμοί από το Ευαγγέλιο στο Κοράνι απ’ όσους έγιναν σε ένα αιώνα από το κοράνι στο Ευαγγέλιο».
Ζωγράφοι , όπως ο Ντελακρουά και συγγραφείς, όπως ο Lebrun, ο Müller και ο Ουγκώ, εμπνεύσθηκαν από το δράμα της καταστροφής.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ περισσότερα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ