Μ.Η.Τ. 232309

18-03-2021 12:42:30
Το Έπος του Μεσολογγίου είναι το πιο συγκλονιστικό γεγονός της Επαναστάσεως. Γεγονός που συνδέεται με υπεράνθρωπη αντοχή, απαράμιλλο ηθικό σθένος και ψυχικό μεγαλείο. Όλοι οι λαοί συγκλονίσθηκαν από την μακρά του πολιορκία και την ηρωική Έξοδο. Σε πολλούς όμως δεν είναι γνωστό ότι ακόμη και επτά ημέρες μετά την Έξοδο οι εναπομείναντες στην πόλη έδιναν σκληρές μάχες με τους βαρβάρους εισβολείς που κατέληγαν σε Ολοκαυτώματα, στα οποία και θα αναφερθούμε.
Στις αρχές του 1825 ο Σουλτάνος ανέθεσε στον Ρεσίτ Μεχμέτ ή Κιουταχή (1780-1836) την κατάπνιξη του κινήματος στην Δ. Στερεά. Ο Κιουταχής με δύναμη 20.000 ανδρών έφθασε στο Μεσολόγγι στις 15/4/1825. Τους βομβαρδισμούς των οχυρώσεων του Μεσολογγίου συνόδευε με προτάσεις για παράδοση υπό όρους, τις οποίες οι πολιορκούμενοι απέρριπταν, καίτοι ο Κιουταχής είχε ενισχυθεί και από τον τουρκικό στόλο. Ας σημειωθεί ότι τον εφοδιασμό του Μεσολογγίου σε τρόφιμα και πολεμοφόδια είχε αναλάβει ο Μιαούλης, ο οποίος με τον ελληνικό στόλο καταδίωξε τα τουρκικά πλοία στις 23/7/25, στην «Ναυμαχία στις Σκρόφες». Οι προσπάθειες του Κιουταχή να κατασκευάσει λαγούμια και προεξέχοντα προς το μεσολογγίτικο τείχος χωμάτινα οχυρώματα απέτυχαν, αφού οι πολιορκούμενοι τα ανατίναζαν.
Στις 6/11/25 έφθασε στην Στερεά ο Ιμπραήμ (1789-1848), συνοδευόμενος από πλήθος πολεμικών και μεταγωγικών πλοίων. Έκτοτε οι συγκρούσεις μεταξύ ελληνικών πλοίων (υπό την διοίκηση του Μιαούλη) και τουρκοαιγυπτιακών συνεχίσθηκαν μέχρι τον Ιανουάριο του 1826. Στις 27/1/26, ο Μιαούλης υποχρεώθηκε, λόγω ελλείψεως τροφίμων, να επιστρέψει στην Ύδρα, με συνέπεια να διακοπεί ο ανεφοδιασμός του Μεσολογγίου. Προ της αδυναμίας του Κιουταχή να καταλάβει το Μεσολόγγι, ο σουλτάνος ζήτησε την βοήθεια του Μεχμέτ Αλή πασά, βαλή της Αιγύπτου. Ο τελευταίος ανέθεσε στον Ιμπραήμ να προωθήσει τις δυνάμεις του στο Μεσολόγγι. Όταν ο Ιμπραήμ έφτασε στο Μεσολόγγι, αφού κοίταξε περιφρονητικά το τείχος του Μεσολογγίου, είπε στον Κιουταχή: «Αυτόν τον φράκτην δεν μπόρεσες να πάρεις, πολεμώντας επί 8 μήνες;». Ο Κιουταχής απάντησε ψυχρά: «Ναι, φράκτης είναι αλλά αγνοείς ποιοί τον υπερασπίζονται. Δοκίμασε και θα πεισθείς».
Στην ανευρεθείσα στα Αρχεία του Foreign Office έκθεση του Γενικού Προξένου στην Πρέβεζα Ουΐλιαμ Μέγιερ προς τον υπουργό των Εξωτερικών Γεώργιον Κάνινγκ (1770-1827), αναφέρεται: « . . . Το Φρούριον του Μεσολογγίου είναι πλέον τελείως περικυκλωμένον από όλες τις συγκεντρωθείσες Τουρκικές δυνάμεις, που ανέρχονται σε είκοσι περίπου χιλιάδες. Η κατάρρευσή του θεωρείται αναπόφευκτη παρά την υπεράσπισή του από 4.000 Έλληνες, οι οποίοι φαίνονται τελείως αποφασισμένοι να ταφούν υπό τα ερείπιά του. Ολοκλήρου της γραμμής των κατά ξηράν οχυρών ούσης ναρκοθετημένης, είναι ευνόητον ότι οι κύριες επιχειρήσεις του Ιμπραήμ πασά θα ενεργούνται εφεξής κυρίως από την λιμνοθάλασσαν. Δεδομένου ότι πληθυσμός 7.000 ψυχών και πλέον ευρίσκεται εκτεθειμένος εις την καταστρεπτικήν μανίαν του τουρκικού πυρός, ελπίζεται ότι αι υπαγορεύσεις του ανθρωπισμού θα δυνηθούν, έστω και την στιγμήν αυτήν, να εισακουσθούν και να αποτραπή η περαιτέρω σπατάλη αίματος».
0ι προτάσεις του Ιμπραήμ για παράδοση απορρίφθηκαν, όπως και οι προτάσεις του ναυάρχου Χοσρέφ πασά. Ο Ιμπραήμ αφού ενίσχυσε τα πολιορκητικά του έργα, επιτέθηκε στις 15/1/26 στα επιθαλάσσια προπύργια του Μεσολογγίου. Όλες οι προσπάθειές του απέτυχαν και οι άνδρες του ετρέποντο σε φυγή με βαριές απώλειες. Αναγκάσθηκε έτσι να ζητήσει και την συνδρομή του Κιουταχή στην πολιορκία. Οι επιθέσεις των δύο πασάδων στράφηκαν στην καταστροφή των οχυρωμένων θαλασσίων προπυργίων της πόλεως, του «Βασιλαδίου», του «Ντολμά» και της «Κλείσοβας», με την βοήθεια περίπου 100 πολεμικών πλοίων, με βάση τα σχέδια Γάλλων αξιωματικών του επιτελείου του Ιμπραήμ. Οι επιθέσεις χιλιάδων Τουρκοαιγυπτίων εναντίον μερικών δεκάδων υπερασπιστών των προπυργίων τελικά πέτυχαν τους στόχους τους. Στις 25/2/26 κατελήφθη το «Βασιλάδι», αμέσως μετά ο «Ντολμάς» και στις 25/3/26 η «Κλείσοβα». Η γενναιότητα και ο ηρωισμός των ατρομήτων υπερασπιστών της «Κλείσοβας» έγραψε το «Έπος της Κλείσοβας» που ύμνησε με ποίημά του ο Κωστής Παλαμάς.
Στην πόλη έπεσε λιμός. Όλες οι προσπάθειες του Μιαούλη να σπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό απέτυχαν. Υποζύγια, γάτες, σκύλοι, ποντικοί, φύκια, αλμυροί θάμνοι ακόμη και οι σόλες των τσαρουχιών χρησιμοποιήθηκαν σαν τροφή. Οι πολιορκημένοι, που απέρριψαν και τις τελευταίες προτάσεις για παράδοση, αποφάσισαν να ενεργήσουν Έξοδο το βράδυ του Σαββάτου του Λαζάρου (10/4) με Κυριακή των Βαΐων (11/4/26). Η απόφαση ελήφθη ομόφωνα στις 8/4/26 από το συμβούλιο οπλαρχηγών και προκρίτων υπό την προεδρία του Επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ (1776-1826), στο προαύλιο του ναΐσκου της Αγίας Παρασκευής. Κατά την συζήτηση μια ομάδα πολεμιστών απαίτησε να σφαγούν προηγουμένως όλα τα γυναικόπαιδα για να μην αιχμαλωτιστούν και ατιμασθούν από τους Τούρκους. Ένας πυροβολητής με το όνομα Γουρνάρας προθυμοποιήθηκε να κάνει αυτός την σφαγή, αρκεί να υπάρξει κάποιος άλλος να σφάξει την δική του αδερφή. Κατά τον αυτόπτη μάρτυρα Νικ. Κασομούλη (1795-1872), ο Ιωσήφ αντέδρασε αμέσως, υψώνοντας τον Εσταυρωμένον, λέγοντας: «Τα παιδιά και οι γυναίκες ανήκουν εις τον Θεόν και Εκείνος φρoντίζει δια την τύχην των. Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι Αρχιερεύς – αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον θυσιάσατε εμένα! Και σας αφήνω την κατάραν του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων – το αίμα των αθώων να πέση εις τα κεφάλια σας! Εκφώνησε τούτο και άρχισε να κλαίγη». Όλοι έμειναν σιωπηλοί. Επενέβη ο Θανάσης Ραζηκώτσικας (αρχηγός της Φρουράς) που είπε με δυνατή φωνή: «Αδέρφια υπάρχει δρόμος . . . είναι ο δρόμος του Θεού». Η πρόταση για σφαγή των γυναικόπαιδων απερρίφθη. Την πρόταση για Έξοδο υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό οι γυναίκες. Έσπευσαν να φορέσουν φουστανέλες και να ζωστούν άρματα για να εξορμήσουν παλεύοντας μαζί με τους άντρες. Κάποιες μητέρες αγκάλιασαν τα βρέφη τους και έπεσαν μαζί τους στα πηγάδια.
Η άμυνα και η Έξοδος της Φρουράς του Μεσολογγίου αποτελεί πλέον ακλόνητη επικύρωση της αλήθειας ότι υπεράνω του κόσμου της ύλης δεσπόζει ο κόσμος της ψυχής. Υπεράνω του πλέγματος των υλικών συμφερόντων διαλάμπει ο ηθικός αστερισμός των ιδανικών. Το μεγαλύτερο μέρος της τιμημένης Φρουράς του Μεσολογγίου σφαγιάσθηκε κατά την έξοδο. Αυτό σημαίνει ότι την έξοδο την συνεχίζει πλέον στον ατελεύτητο χρόνο της ελληνικής ιστορίας. Και περιέρχεται τα σύνορα του ελληνισμού περίφροντις. Διότι στα σύνορα του ελληνισμού υπάρχουν ακόμη οι Τούρκοι και διεκδικούν την ύπαρξή μας.
Έγινε η Έξοδος των πολεμιστών, αλλά η εποποιία του Μεσολογγίου συνεχίστηκε τώρα μέσα στην πόλη, όπου είχαν παραμείνει γέροντες, τραυματίες, ανάπηροι, γυναίκες και παιδιά. Πολλοί ήταν οι ήρωες, δύο όμως οι επώνυμοι. Ο ανώνυμος ανάπηρος που φύλαγε την μπαρουταποθήκη στην «ντάπια του Μπότσαρη», όταν είδε τους Τούρκους να μπαίνουν στο εσωτερικό της έβαλε φωτιά και τινάχθηκαν όλοι στον αέρα. Το ίδιο έγινε και στην οικία του επιφανούς προκρίτου Χρήστου Καψάλη (1751-1826). Ο Καψάλης καταγόταν από παλιά μεσολογγίτικη οικογένεια. Διέθεσε όλη του την περιουσία στον αγώνα. Όταν ο Λόρδος Βύρων πήγε στο Μεσολόγγι του παραχώρησε ένα από τα σπίτια του. Συμμετείχε στην επισκευή των προμαχώνων αλλά και στην εμψύχωση των πολιορκημένων. Στο μεγάλο του σπίτι είχε αποθηκεύσει μεγάλη ποσότητα πυρίτιδας, επειδή το χρησιμοποιούσε για την κατασκευή φυσεκιών. Στο πολεμικό συμβούλιο στις 8/4/26, δήλωσε ότι θα κλειστεί στο σπίτι του με όσους δεν μπορούν να φύγουν και την κατάλληλη στιγμή θα το τινάξει στον αέρα. Την παραμονή της Εξόδου συγκέντρωσε στο σπίτι του πολλές γυναίκες, παιδιά, ασθενείς, εξαντλημένους από την πείνα και τις αρρώστιες, που δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στην Έξοδο, περίπου 400 άτομα. Την νύχτα της Εξόδου έψελναν νεκρώσιμες ακολουθίες, ενώ ο Καψάλης κρατούσε συνεχώς ένα αναμμένο δαυλί στο χέρι του. Όταν το πρωί εισέβαλαν οι Τούρκοι ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη.
Κάθε σπίτι ήταν παγίδα για τους Τούρκους. Την Μ. Τρίτη 30 Μεσολογγίτες που είχαν κλειστεί στον «Ανεμόμυλο» (κτισμένος σε μια νησίδα ανατολικά της πόλεως) έβαλαν φωτιά στο μπαρούτι και ανατινάχθηκαν μαζί με τους Τούρκους. Τραγική ήταν και η τύχη των γυναικόπαιδων. Πολλές γυναίκες προτίμησαν να πνιγούν στην λιμνοθάλασσα για να μην ατιμασθούν από τους Τούρκους. Όσες αιχμαλωτίστηκαν πουλήθηκαν σκλάβες στα παζάρια των Ιωαννίνων, της Αλεξανδρείας και του Καΐρου. Το ίδιο έγινε και με τα παιδιά. Τα βρέφη εσφάγησαν ή κρεμάστηκαν σαν αρνιά. Ανεσκάφησαν ακόμη και οι τάφοι.
Ηρωική ήταν και η θυσία του υπέροχου Ιεράρχη Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ γεννήθηκε στα Αμπελάκια. Το 1798 χειροτονήθηκε εφημέριος στην Τσαριτσάνη του Δήμου Ελασσόνας. Γρήγορα έγινε ο ηγέτης της περιοχής. Το 1814 συνελήφθη από τον Αλή πασά. Καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά διέφυγε, καταφεύγοντας στον Μητροπολίτη Άρτας Πορφύριο. Χειροτονείται Αρχιμανδρίτης και ο Επίσκοπος Ρωγών Μακάριος τον μυεί στην Φιλική Εταιρεία. Τον Μακάριο διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο, όταν ο πρώτος κατέφυγε στην Κέρκυρα. (Οι Ρωγοί ήταν αποικία των Ηλείων τον 7ο αιώνα π.Χ. κοντά στην Νέα Κερασούντα Πρεβέζης, με την ονομασία «Βουχέτιον»). Άφησε σημαντικό εκκλησιαστικό έργο, βοηθώντας χήρες, ορφανά και φτωχούς. Είχε μεγάλη επιρροή στους αγωνιστές, συμμετέχοντας σε πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων πριν φύγει για το Μεσολόγγι. Στην πολιορκία του Μεσολογγίου ανεδείχθη σε ηγετική φυσιογνωμία. Με τον Πρεβεζάνο Αρχιμανδρίτη Γεράσιμο Ζαλογγίτη εμψύχωναν στα τείχη τους αγωνιστές, περιέθαλπαν τραυματίες και ταυτόχρονα πολεμούσαν. Το βράδυ της «Εξόδου» ο υπέροχος Ιεράρχης κλείστηκε με τον Γεράσιμο Ζαλογγίτη, με πολλούς ιερείς, αναπήρους και τραυματίες σε μια οικία γεμάτη πυρομαχικά κοντά στην «ντάπια του Γουλιέλμου της Οράγγης» (Λουνέτα). Όταν οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στο σπίτι ο Ιωσήφ έβαλε φωτιά στο μπαρούτι. Έγραψε ο Οδ. Μαρούλης στην «Τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου»: «Ευρεθείς ημίκαυστος και ζων έτι ο αείμνηστος Ιεράρχης, αγρίως διεμελίσθη υπό των μαινομένων εχθρών».
Η τελευταία σελίδα γράφηκε την Κυριακή του Πάσχα, όταν 40 γέροντες, που είχαν κλειστεί στην οικία Μπότσαρη, αποκρούοντας επί 6 ημέρες τις επιθέσεις των Τουρκοαιγυπτίων, έκαναν ηρωική έξοδο αυτοκτονίας, φωνάζοντας «Χριστός Ανέστη». Το Μεσολόγγι έπεσε. Η Ελλάδα όμως ΟΧΙ!
Από τους 11-12.000 μαχίμους και αμάχους του Μεσολογγίου σώθηκαν 1.600 μαχητές, 300 άμαχοι και 13 γυναίκες. Πολλές γυναίκες και παιδιά που είχαν πουληθεί στα σκλαβοπάζαρα εξαγοράσθηκαν από την Πολιτεία και τους συγγενείς τους.
Τον Οκτώβριο του 1838 έγινε η ανακομιδή των οστών των θανόντων και η τοποθέτησή τους στον «Τύμβο των Πεσόντων» στον «Κήπο των Ηρώων» στο Μεσολόγγι, παρουσία του Όθωνα και της Αμαλίας. Στον «Κήπο» βρίσκονται 69 μνημεία Ελλήνων και Φιλελλήνων, μεταξύ των οποίων και η προτομή του Χρήστου Καψάλη, καθώς και πολλοί σταυροί πεσόντων ηρώων Μεσολογγιτών. Το 1937 το Μεσολόγγι χαρακτηρίστηκε επίσημα «Ιερή Πόλη». Ο χαρακτηρισμός δεν έχει θρησκευτικό χαρακτήρα αλλά παραπέμπει σε ηρωική λατρεία.
Από τα πολλά δημοτικά τραγούδια, που αναφέρονται στο Μεσολόγγι, παραθέτω απόσπασμα από το ποίημα «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Διονυσίου Σολωμού: «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει. Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει. Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ‘γώ στο χέρι; Οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ περισσότερα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ