Μ.Η.Τ. 232309

24-12-2024 15:13:12
Η Μπέτυ Αναγνώστου τράβηξε τα στορ και άφησε τη ματιά της να πλανηθεί πέρα μακριά. Με δημοσιογραφική αποστολή βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα και την βρήκε εκεί η παραμονή των Χριστουγέννων. Ένοιωθε χαρά που θα γιόρταζε Χριστούγεννα στον τόπο που γεννήθηκε ο Χριστός.
Την Άγια Νύχτα πήγε στη Βηθλεέμ. Από τη βεράντα του ξενοδοχείου κοιτάζει τον ουρανό. Ένα ουρανό στολισμένα με άστρα. Προσπαθεί ανάμεσά του να ξεχωρίσει ένα πιο μεγάλο, πιο λαμπερό. Το αεράκι φτάνει ψυχρό. Η κοπέλα μένει στη βεράντα, με μια γλυκιά προσμονή, ενώ οι ώρες κυλούν. Είναι δυό μετά τα μεσάνυχτα. Τα μάτια της βαραίνουν. Ρίχνει μια ακόμη ματιά στον ουρανό. Πάντα είχε την επιθυμία να περάσει στη Βηθλεέμ, μια Άγια νύχτα.
Πίστευε πως η νύχτα αυτή, στον τόπο που γεννήθηκε ο Θεάνθρωπος θα ήταν κάπως διαφορετική από τις άλλες. Όμως δεν είδε τίποτα. Δεν άκουσε παρά το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα, καθώς τα χάιδευε το αεράκι. Μπήκε μέσα, και ξάπλωσε. Σε λίγο την είχε πάρει ο ύπνος.
«Μπέτυ άκου, άκου τις μελωδίες. Ξέρεις τι είναι; Οι ψαλμωδίες των αγγέλων. Γεννήθηκε ο Χριστός, Μπέτυ. Γεννήθηκε ο Χριστός εκεί στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Σήκω Μπέτυ, κι έβγα έξω. Έλά να δεις το άστρο. Το άστρο των Μάγων. Έχει σταθεί πάνω από τη σπηλιά. Η Μπέτυ κοίταξε ολόγυρά της να δει ποιος της μιλούσε. Δεν είδε κανένα. Όμως τώρα άκουγε γλυκύτατες μελωδίες και ένοιωσε να την κυριεύει ένα αλλόκοτο δέος.
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε. Και τότε είδε το μεγάλο, το λαμπρό άστρο χαμηλωμένο πάνω στο σπήλαιο. Άγγελοι ανεβοκατέβαιναν ψάλλοντας μια υπερκόσμια θεία μελωδία. Πλησίασε με πόδια που έτρεμαν στη θεία φάτνη. Μέσα σ’ αυτή, ο νεογέννητος Θεός χαμογελούσε. Δυο βόδια είχαν τις ανάσες τους πολύ κοντά του, θέλοντας να τον ζεστάνουν. Τα αρνάκια πλησίασαν. Πλησίασε εκεί η Μπέτυ. Αχ πως ήθελε να δει από κοντά το χαριτωμένο θεό βρέφος. Να το δει για λίγο. Μόνο για λίγο.
Έφτασε στην είσοδο με λαχτάρα, με καρδιοχτύπι. Κι ενώ ετοιμάζονταν να περάσει, η είσοδος μίκρυνε, μίκρυνε τόσο που δεν πέρασαν παρά μόνο τα αρνάκια. Την κυρίεψε απελπισία.
-Δεν χωράω, ψιθύρισε και τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. Και τότε η φωνή, η ίδια εκείνη παράξενη φωνή: -Δεν χωράς Μπέτυ. Οι άνθρωποι δεν χωρούν στη φάτνη. «Επί γης ειρήνη» ακούστηκε, με τον ερχομό του Θεανθρώπου στον κόσμο. Αλλά που είναι η ειρήνη Μπέτυ; Η γη πλημμύρισε αίμα, στοιβαγμένα τα πτώματα παντού. Το μίσος έχει πλημμυρισμένες τις καρδιές των ανθρώπων. Πώς να χωρέσεις, πώς να χωρέσουν... οι άνθρωποι στη φάτνη;
Η Μπέτυ άκουγε λυπημένη και ξαφνικά ένας χτύπος την έκανε να τιναχτεί. Μα... που ήταν η φάτνη, ο μικρός Χριστός, οι Άγγελοι, η αστροφώτιστη νύχτα; Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, όταν άκουσε ότι χτυπούσαν την πόρτα.
Πετάχτηκε κάποιος και της έφερε ένα τηλεγράφημα. Το πήρε. Κι ενώ το άνοιγε, τα λόγια της παράξενης φωνής ξανάρθαν στο νου της. «Δεν χωράς στη φάτνη. Η γη είναι παντού ματωμένη, γεμάτη πτώματα». Ναι, η ειρήνη δεν ήρθε ακόμα στη γη. Θα έρθει κάποτε; Θα αντηχήσει στις καρδιές όλων το «Επί γης ειρήνη»;
Κική Ζέρβα
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ περισσότερα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ